λς'
28 EUR

To μπλε λεωφορείο μπαίνει απαλά (το πιθανότερο είναι ότι τρίζει ολόκληρο) στην τεράστια πλατεία με τα νερά που ξεπηδούν από την κοιλιά της μέχρι τον ουρανό (μέχρις εκεί που φτάνουν τα μάτια μου πίσω από το βρώμικο παράθυρο), στάση Ομόνοια φωνάζει ο εισπράκτορας, κατεβαίνουμε (το πιθανότερο είναι ότι η μάνα μου με τραβάει έξω από το λεωφορείο και βρίσκομαι για κλάσματα δευτερολέπτων στον αέρα από το πρώτο σκαλί ως το πεζοδρόμιο), τώρα καθόμαστε στο γωνιακό ζαχαροπλαστείο, Πειραιώς και Ζήνωνος (τα πόδια μου δεν φτάνουν στο μωσαϊκό), κόσμος με τσάντες στα χέρια πηγαινοέρχεται, κρατιέμαι από το μαρμάρινο τραπεζάκι, κουνιέμαι πίσω μπρος για να περάσει ο χρόνος μήπως κι έρθει πιο γρήγορα το γλυκό (το πιθανότερο είναι ότι η μάνα μου με μαλώνει, μην κουνιέσαι, θα πέσεις), μπουκώνομαι με την κρέμα του γαλακτομπούρεκου, πίνω μια γουλιά νερό, το κρύο νερό επιτείνει την απόλαυση: κρέμα, σιρόπι, γλυκασμός. Τέλος χρόνου.

(Κι όλα αυτά, κι άλλα πολλά, κρεμασμένα από τη μασχάλη σε μια τσάντα που την χαϊδεύω χωρίς κανείς να βλέπει ότι χαϊδεύω τα πριν και τα τώρα, τα πάνω και τα κάτω, τα τσιμέντα και την άσφαλτο, τις κοντές και σκληρές μας ρίζες).

Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου.